γαλακτοποιώ
•
- παράγω γάλα Βικιλεξικό
- μετατρέπω σε γάλα ή σε ρευστή μορφή γάλακτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλακτοποιώ < γάλα-γάλακτος και ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γαλακτοποιώ | γαλακτοποιείς | γαλακτοποιεί | γαλακτοποιούμε | γαλακτοποιείτε | γαλακτοποιούν / γαλακτοποιούνε |
| Παρατατικός | γαλακτοποιούσα | γαλακτοποιούσες | γαλακτοποιούσε | γαλακτοποιούσαμε | γαλακτοποιούσατε | γαλακτοποιούσαν / γαλακτοποιούσανε |
| Αόριστος | γαλακτοποίησα | γαλακτοποίησες | γαλακτοποίησε | γαλακτοποιήσαμε | γαλακτοποιήσατε | γαλακτοποίησαν / γαλακτοποιήσαν / γαλακτοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα γαλακτοποιήσω / θα γαλακτοποιώ | θα γαλακτοποιήσεις / θα γαλακτοποιείς | θα γαλακτοποιήσει / θα γαλακτοποιεί | θα γαλακτοποιήσουμε / θα γαλακτοποιούμε | θα γαλακτοποιήσετε / θα γαλακτοποιείτε | θα γαλακτοποιήσουν / θα γαλακτοποιήσουνε / θα γαλακτοποιούν / θα γαλακτοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω γαλακτοποιήσει | έχεις γαλακτοποιήσει | έχει γαλακτοποιήσει | έχουμε γαλακτοποιήσει | έχετε γαλακτοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γαλακτοποιήσει | είχες γαλακτοποιήσει | είχε γαλακτοποιήσει | είχαμε γαλακτοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γαλακτοποιήσει / να γαλακτοποιήσω / να γαλακτοποιώ | να έχεις γαλακτοποιήσει / να γαλακτοποιήσεις / να γαλακτοποιείς | να έχει γαλακτοποιήσει / να γαλακτοποιήσει / να γαλακτοποιεί | να έχουμε γαλακτοποιήσει / να γαλακτοποιήσουμε / να γαλακτοποιούμε | να έχετε γαλακτοποιήσει / να γαλακτοποιήσετε / να γαλακτοποιείτε | να γαλακτοποιήσουν / να γαλακτοποιήσουνε / να γαλακτοποιούν / να γαλακτοποιούνε |
| Προστακτική | — | γαλακτοποίει / γαλακτοποίησε | — | — | γαλακτοποιήστε / γαλακτοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →