γαλαρία
•
- η στοά υπόγεια, τούνελ σε ορυχεία ή γενικά κάτω από τη γη, όμως συνηθως για τεχνητό έργο με ξύλινη υποστήριξη και όχι για φυσικό υπόγειο διάδρομο Βικιλεξικό
- μεταφορικάο εξώστης σε θέατρο (με φτηνότερο εισιτήριο και συνήθως πιο φασαριόζικο κοινό) Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ομάδα που αποδοκιμάζει από το βάθος ή από κάπου ψηλά ή που συμπεριφέρεται σαν γαλαρία, ομαδικά, ανεξαρτήτως θέσεως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλαρία < (άμεσο δάνειο) βενετική galaria < μεσαιωνική λατινική galeria (9ος αιώνας μ.Χ.) < λατινική Galilaea < ελληνιστική κοινή Γαλιλαία (αντιδάνειο) < εβραϊκή גלילה (gliláh) < גליל (galíl: κύλινδρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλαρία | γαλαρίες |
| Γενική | γαλαρίας | γαλαριών |
| Αιτιατική | γαλαρία | γαλαρίες |
| Κλητική | γαλαρία | γαλαρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →