Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαλατιέρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δοχείο για τη φύλαξη του γάλακτος ή για το βράσιμό του, όταν δεν υπήρχε ο βραστήρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαλατιέρα < γάλα (από τη γενική όχι γάλακτος αλλά γάλατος + -ιέρα(κατά το αλατιέρα, φρουτιέρα, υπό την επίδραση της γαλλικής κατάληξης -ère σε λέξης που συνήθως έληγαν σε ταυ στα ελληνικά ή στα γαλλικά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαλατιέραγαλατιέρες
Γενικήγαλατιέρας—
Αιτιατικήγαλατιέραγαλατιέρες
Κλητικήγαλατιέραγαλατιέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →