γαλβανιστής
•
- τεχνολογίαο τεχνίτης που προβαίνει σε γαλβάνισμα μεταλλικών αντικειμένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλβανιστής < γαλβανίζω, γαλβανισ- + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλβανιστής | γαλβανιστές |
| Γενική | γαλβανιστή | γαλβανιστών |
| Αιτιατική | γαλβανιστή | γαλβανιστές |
| Κλητική | γαλβανιστή | γαλβανιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →