γαλεάγρα
•
- αρχαιοπρεπέςπιεστήριο με ειδικό κοχλιωτό μηχανισμό για την σύνθλιψη ελιών, σταφυλιών κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλεάγρα < αρχαία ελληνική γᾰλεάγρα < αρχαία ελληνική γαλέη + ἄγρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλεάγρα | γαλεάγρες |
| Γενική | γαλεάγρας | γαλεαγρών |
| Αιτιατική | γαλεάγρα | γαλεάγρες |
| Κλητική | γαλεάγρα | γαλεάγρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →