Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαληνότατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επίθετο με το οποίο προσαγορεύονταν ηγεμόνες κατά το Μεσαίωνα Βικιλεξικό
  2. που είναι ιδιαίτερα γαλήνιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαληνότατος < αρσενικό του υπερθ. βαθμ. του επιθέτου γαληνός ως ουσ.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαληνότατοςγαληνοτάτη / γαληνότατηγαληνότατο
Γενικήγαληνοτάτου / γαληνότατουγαληνοτάτης / γαληνότατηςγαληνοτάτου / γαληνότατου
Αιτιατικήγαληνότατογαληνοτάτη / γαληνότατηγαληνότατο
Κλητικήγαληνότατεγαληνοτάτη / γαληνότατηγαληνότατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαληνότατοιγαληνότατεςγαληνότατα
Γενικήγαληνοτάτων / γαληνότατωνγαληνοτάτων / γαληνότατωνγαληνοτάτων / γαληνότατων
Αιτιατικήγαληνοτάτους / γαληνότατουςγαληνότατεςγαληνότατα
Κλητικήγαληνότατοιγαληνότατεςγαληνότατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →