γαληνότητα
•
- σπάνιοπραότητα, γλυκύτητα, ηρεμία Βικιλεξικό
- με κεφαλαίο το αρχικό ΓΓαληνότητα, το αξίωμα των Γαληνοτάτων Αυτοκρατόρων στο Μεσαίωνα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαληνότητα < γαλην(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαληνότητα | γαληνότητες |
| Γενική | γαληνότητας | γαληνοτήτων |
| Αιτιατική | γαληνότητα | γαληνότητες |
| Κλητική | γαληνότητα | γαληνότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →