γαλλίζω
•
- συμπεριφέρομαι σαν Γάλλος, ασπάζομαι τους γαλλικούς τρόπους Βικιλεξικό
- πολιτικήείμαι φιλογάλλος, ασπάζομαι την γαλλική πολιτική οπτική Βικιλεξικό
- μιλώ γαλλικά/την γαλλική γλώσσα Βικιλεξικό
- έχοντας ζήσει αρκετά με γαλλόφωνους, μιλώ άλλη (ή άλλες γλώσσες) γαλλότροπα, με γαλλική προφορά
- ασπάζομαι ιδέες, αξίες και γαλλικά ιδεώδη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλλίζω < Γαλλία, Γάλλος ή γαλλισμός< + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γαλλίζω | γαλλίζεις | γαλλίζει | γαλλίζουμε | γαλλίζετε | γαλλίζουν / γαλλίζουνε |
| Παρατατικός | γάλλιζα | γάλλιζες | γάλλιζε | γαλλίζαμε | γαλλίζατε | γάλλιζαν / γαλλίζαν / γαλλίζανε |
| Αόριστος | γάλλισα | γάλλισες | γάλλισε | γαλλίσαμε | γαλλίσατε | γάλλισαν / γαλλίσαν / γαλλίσανε |
| Μέλλοντας | θα γαλλίζω / θα γαλλίσω | θα γαλλίζεις / θα γαλλίσεις | θα γαλλίζει / θα γαλλίσει | θα γαλλίζουμε / θα γαλλίσουμε | θα γαλλίζετε / θα γαλλίσετε | θα γαλλίζουν / θα γαλλίζουνε / θα γαλλίσουν / θα γαλλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γαλλίσει | έχεις γαλλίσει | έχει γαλλίσει | έχουμε γαλλίσει | έχετε γαλλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γαλλίσει | είχες γαλλίσει | είχε γαλλίσει | είχαμε γαλλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γαλλίσει / να γαλλίζω / να γαλλίσω | να έχεις γαλλίσει / να γαλλίζεις / να γαλλίσεις | να έχει γαλλίσει / να γαλλίζει / να γαλλίσει | να έχουμε γαλλίσει / να γαλλίζουμε / να γαλλίσουμε | να έχετε γαλλίσει / να γαλλίζετε / να γαλλίσετε | να γαλλίζουν / να γαλλίζουνε / να γαλλίσουν / να γαλλίσουνε |
| Προστακτική | — | γάλλιζε / γάλλισε | — | — | γαλλίζετε / γαλλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →