γαλομαχία
•
- μάχη μεταξύ γάλων Βικιλεξικό
- στρατιωτική αργκότσακωμός μεταξύ νεοσυλλέκτων. Βικιλεξικό
- Τρεχάτε στην αυλή! Γίνεται γαλομαχία στους νέους!
Ετυμολογία
γαλομαχία < γάλ(ος) + -ο- + -μαχία μάχη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλομαχία | γαλομαχίες |
| Γενική | γαλομαχίας | γαλομαχιών |
| Αιτιατική | γαλομαχία | γαλομαχίες |
| Κλητική | γαλομαχία | γαλομαχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →