γαλονάς
•
- ο αξιωματικός, αυτός που έχει γαλόνια Βικιλεξικό
- Το πρωί στην αναφορά οι γαλονάδες ξεσπάθωσαν. Είπαν είπαν και στη συνέχεια σύνταξαν ολόκληρη πανταχούσα, για να σταλεί στο χωριό του να διαβαστεί από άμβωνος, μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς, για να μάθουν τι κουμάσι έβγαλε το χωριό τους, όπως έλεγαν.
Ετυμολογία
γαλονάς < γαλόνι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλονάς | γαλονάδες |
| Γενική | γαλονά | γαλονάδων |
| Αιτιατική | γαλονά | γαλονάδες |
| Κλητική | γαλονά | γαλονάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →