Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαλονάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο αξιωματικός, αυτός που έχει γαλόνια Βικιλεξικό
    • Το πρωί στην αναφορά οι γαλονάδες ξεσπάθωσαν. Είπαν είπαν και στη συνέχεια σύνταξαν ολόκληρη πανταχούσα, για να σταλεί στο χωριό του να διαβαστεί από άμβωνος, μπροστά σε όλους τους συγχωριανούς, για να μάθουν τι κουμάσι έβγαλε το χωριό τους, όπως έλεγαν.

Ετυμολογία

γαλονάς < γαλόνι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαλονάςγαλονάδες
Γενικήγαλονάγαλονάδων
Αιτιατικήγαλονάγαλονάδες
Κλητικήγαλονάγαλονάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →