γαλουχώ
•
- ανατρέφω κάποιον και τον διαπαιδαγωγώ με κάποιες ιδέες, συνήθειες, ιδανικά κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλουχώ < (ελληνιστική κοινή) γαλουχῶ (θηλάζω) < γάλα + έχω
Άλλοι τύποι
γαλουχήσωγαλουχημένοςγαλουχούμαιγαλουχούσαγαλούχησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →