Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαλούχηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γαλουχώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαλούχηση < μεσαιωνική ελληνική γαλούχησις (θηλασμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαλούχησηγαλουχήσεις
Γενικήγαλούχησηςγαλουχήσεων
Αιτιατικήγαλούχησηγαλουχήσεις
Κλητικήγαλούχησηγαλουχήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →