γαλόνι
•
- αγγλοσαξωνική μονάδα όγκου, ίσο με 4,405 λίτρα (ξηρό γαλόνι στις ΗΠΑ) ή 3,785 λίτρα (υγρό γαλόνι στις ΗΠΑ) ή 4,454 λίτρα (αυτοκρατορικό γαλόνι στο Ηνωμένο Βασίλειο) Βικιλεξικό
- διακριτικό που φέρουν οι αξιωματικοί και δηλώνει το βαθμό τους Βικιλεξικό
- του ξήλωσαν τα γαλόνια (τον καθαίρεσαν)
Ετυμολογία
γαλόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική gallon(e) + -ι < γαλλική gallon < αγγλική gallon
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλόνι | γαλόνια |
| Γενική | γαλονιού | γαλονιών |
| Αιτιατική | γαλόνι | γαλόνια |
| Κλητική | γαλόνι | γαλόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →