γαμήσιμος
•
- πρόσωπο που αξίζει να έχεις μαζί του ερωτική επαφή Βικιλεξικό
- που έχει φτάσει στη σεξουαλική ενηλικίωση, στην ηλικία της σεξουαλικής ωρίμανσης Βικιλεξικό
- Την ιδέα φυσικά έριξε ο Παπαγιώργης και συμφωνήσαμε σχεδόν όλοι με ενθουσιασμό, λόγω προχωρημένης μέθης. Λέω σχεδόν όλοι γιατί ο Βακαλόπουλος προέβαλε κάποιες αντιστάσεις […]. Παρέα για να την πάρει ο διάβολος, εμείς, φίλες, καμία ερωμένη και μία γαμήσιμη άφιξη από το πουθενά. Από την «Ανατολή», αυτοβιογραφική αφήγηση του συγγραφέα Θάνου Σταθόπουλου, αναρτημένη στον ιστότοπο Bibliothèque.gr - Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη στις 29 Ιανουαρίου 2013· πρόσβαση: 2019-09-10.
Ετυμολογία
γαμήσιμος < γαμήσι + -ιμος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική fuckable
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαμήσιμος | γαμήσιμη | γαμήσιμο |
| Γενική | γαμήσιμου | γαμήσιμης | γαμήσιμου |
| Αιτιατική | γαμήσιμο | γαμήσιμη | γαμήσιμο |
| Κλητική | γαμήσιμε | γαμήσιμη | γαμήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαμήσιμοι | γαμήσιμες | γαμήσιμα |
| Γενική | γαμήσιμων | γαμήσιμων | γαμήσιμων |
| Αιτιατική | γαμήσιμους | γαμήσιμες | γαμήσιμα |
| Κλητική | γαμήσιμοι | γαμήσιμες | γαμήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →