γαμημένος
•
- χυδαίουβριστική έκφραση για οτιδήποτε ή οποιονδήποτε μας ενοχλεί, μας στέκται εμπόδιο ή μας δημιουργεί πρόβλημα Βικιλεξικό
- δεν το βρίσκω το γαμημένο το κατσαβίδι εδώ και τόση ώρα!
- παθητικά συνουσιασμένος, -ή Βικιλεξικό
- προφορικόφιλικά, εκφράζοντας έντονο συναίσθημα, π.χ. για κύπελλο Βικιλεξικό
- Σήκωσέ το, το γαμημένο / δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω
Ετυμολογία
γαμημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου γαμιέμαι
Άλλοι τύποι
γαμημέναγαμημένεγαμημένεςγαμημένηγαμημένηςγαμημένογαμημένοιγαμημένοςγαμημένουγαμημένουςγαμημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →