Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαμηστρώνας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τόπος ερωτικής συνεύρεσης, ενίοτε κρυφής (συνήθως ξενοδοχείο ή διαμέρισμα) Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπορνείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαμηστρώνας < γαμώ + -ώνας (με παρετυμολογία κι απ’ το ρήμα στρώνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαμηστρώναςγαμηστρώνες
Γενικήγαμηστρώναγαμηστρώνων
Αιτιατικήγαμηστρώναγαμηστρώνες
Κλητικήγαμηστρώναγαμηστρώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →