γαμηστρώνας
•
- τόπος ερωτικής συνεύρεσης, ενίοτε κρυφής (συνήθως ξενοδοχείο ή διαμέρισμα) Βικιλεξικό
- ειδικότεραπορνείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαμηστρώνας < γαμώ + -ώνας (με παρετυμολογία κι απ’ το ρήμα στρώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαμηστρώνας | γαμηστρώνες |
| Γενική | γαμηστρώνα | γαμηστρώνων |
| Αιτιατική | γαμηστρώνα | γαμηστρώνες |
| Κλητική | γαμηστρώνα | γαμηστρώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →