γαμιέμαι
•
- ως αλληλοπαθές ρήμαπαθητική φωνή του ρήματος γαμάω / γαμώ Βικιλεξικό
- χυδαίοπαθητική φωνή του ρήματος γαμάω / γαμώ Βικιλεξικό
- Γαμήθηκα στη δουλειά σήμερα.
- στο β΄ και γ΄ πρόσωποπαθητική φωνή του ρήματος γαμάω / γαμώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαμιέμαι <
Άλλοι τύποι
γαμήθηκαγαμηθώγαμημένοςγαμιόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →