γαμιόλα
•
- χυδαίοαυτή που γαμιέται- υβριστικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό
- Ήτανε δύσκολη για τον Μάρκο η ζωή, πολλά τα εμπόδια στη μέση, και μαζί η γαμιόλα η αρθρίτιδα που του παραμόρφωνε τα δάχτυλα (Μάρκος Βαμβακάρης ο άγιος μάγκας: ο Στέλιος Βαμβακάρης για τον πατέρα του, Μάνος Τσιλιμίδης, εκδ. Κάκτος, 2005. σελ. 67 https://books.google.gr/books?id=voWfAAAAMAAJ&q=%CE%B3%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1&dq=%CE%B3%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwiW5aiEk7PqAhWcw8QBHSUzD1I4ChDoATACegQIARAC)
Ετυμολογία
γαμιόλα < θηλυκό του γαμιόλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαμιόλα | γαμιόλες |
| Γενική | γαμιόλας | — |
| Αιτιατική | γαμιόλα | γαμιόλες |
| Κλητική | γαμιόλα | γαμιόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →