γαμιόλης
•
- χυδαίοκυριολεκτικά αυτός/ή που γαμιέται, στην πράξη: υβριστικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό
- λοιπόν ε με γουστάρεις μωρή γαμιόλα με θέλεις κι εσύ έτσι πέσε υποτάξου (Νίκος Α. Μάντης, Ψευδώνυμο: Διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 81)
- Αυτή τη φορά μάτωσε η μύτη μου, αλλά δεν το κατάλαβα ότι ήταν η μύτη μου, είδα μόνο το αίμα και μου 'ρθε να κάνω φόνο, σοβαρολογώ, άρχισα να ξεφωνίζω, Θα σε σκοτώσω, γαμιόλη, φασιστικό γουρούνι. (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Πατάκη, 2001, σελ. 38)
- χυδαίοχυδαίος χαρακτηρισμός ανθρώπου ιδιαίτερα ικανού στη γενετήσια πράξη Βικιλεξικό
- τα «αχ και τα βαχ» , ο τρόπος της να τον σφίγγει σαν «πίνα» και να τον ελευθερώνει (ήταν γλυκιά γαμιόλα στο κρεβάτι) όπως σφαδάζει ... (Βασίλης Βασιλικός, εκδ. Λιβάνη, 1997, σελ. 324)
Ετυμολογία
γαμιόλης < γαμ(ώ) + -ιόλης κατά το καριόλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαμιόλης | γαμιόληδες |
| Γενική | γαμιόλη | γαμιόληδων |
| Αιτιατική | γαμιόλη | γαμιόληδες |
| Κλητική | γαμιόλη | γαμιόληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →