Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαμπρίζω

ρήμα
•
  1. εμφανίζομαι και συμπεριφέρομαι με σκοπό να βρω ερωτικό σύντροφο Βικιλεξικό
    • Η Μέλπω έβαφε φιλάρεσκα τις Κυριακές τα ζαρωμένα της χειλάκια και γάμπριζε αθώα και διακριτικά (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
  2. ψάχνω νύφη να παντρευτώ (παρωχημένο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαμπρίζω < γαμπρός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγαμπρίζωγαμπρίζειςγαμπρίζειγαμπρίζουμεγαμπρίζετεγαμπρίζουν / γαμπρίζουνε
Παρατατικόςγάμπριζαγάμπριζεςγάμπριζεγαμπρίζαμεγαμπρίζατεγάμπριζαν / γαμπρίζαν / γαμπρίζανε
Αόριστοςγάμπρισαγάμπρισεςγάμπρισεγαμπρίσαμεγαμπρίσατεγάμπρισαν / γαμπρίσαν / γαμπρίσανε
Μέλλονταςθα γαμπρίζω / θα γαμπρίσωθα γαμπρίζεις / θα γαμπρίσειςθα γαμπρίζει / θα γαμπρίσειθα γαμπρίζουμε / θα γαμπρίσουμεθα γαμπρίζετε / θα γαμπρίσετεθα γαμπρίζουν / θα γαμπρίζουνε / θα γαμπρίσουν / θα γαμπρίσουνε
Παρακείμενοςέχω γαμπρίσειέχεις γαμπρίσειέχει γαμπρίσειέχουμε γαμπρίσειέχετε γαμπρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γαμπρίσειείχες γαμπρίσειείχε γαμπρίσειείχαμε γαμπρίσει——
Υποτακτικήνα έχω γαμπρίσει / να γαμπρίζω / να γαμπρίσωνα έχεις γαμπρίσει / να γαμπρίζεις / να γαμπρίσειςνα έχει γαμπρίσει / να γαμπρίζει / να γαμπρίσεινα έχουμε γαμπρίσει / να γαμπρίζουμε / να γαμπρίσουμενα έχετε γαμπρίσει / να γαμπρίζετε / να γαμπρίσετενα γαμπρίζουν / να γαμπρίζουνε / να γαμπρίσουν / να γαμπρίσουνε
Προστακτική—γάμπριζε / γάμπρισε——γαμπρίζετε / γαμπρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →