γαμψός
•
- κυρτός και οξύς (μυτερός ή αιχμηρός) Βικιλεξικό
- Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)
Ετυμολογία
γαμψός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γαμψός < γνάμπτω (μορφή του κάμπτω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαμψός | γαμψή | γαμψό |
| Γενική | γαμψού | γαμψής | γαμψού |
| Αιτιατική | γαμψό | γαμψή | γαμψό |
| Κλητική | γαμψέ | γαμψή | γαμψό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαμψοί | γαμψές | γαμψά |
| Γενική | γαμψών | γαμψών | γαμψών |
| Αιτιατική | γαμψούς | γαμψές | γαμψά |
| Κλητική | γαμψοί | γαμψές | γαμψά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →