γαντζόκλειδο
•
- μηχανολογία: εργαλείο με λαβή και ημικυκλική απόληξη η οποία έχει πρόσθετα στην άκρη προεξοχή σαν γάντζο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαντζόκλειδο < γάντζ(ος) + -ό- + κλειδ(ί) + -ο-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαντζόκλειδο | γαντζόκλειδα |
| Γενική | γαντζόκλειδου | γαντζόκλειδων |
| Αιτιατική | γαντζόκλειδο | γαντζόκλειδα |
| Κλητική | γαντζόκλειδο | γαντζόκλειδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →