γαντζώνω
•
- πιάνω κάτι με γάντζο, το στερεώνω με αυτόν Βικιλεξικό
- παθητικό: αρπάζομαι από κάτι ή κάποιον για σωτηρία, εξαρτώμαι, προσκολλώμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαντζώνω < γάντζος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γαντζώνω | γαντζώνεις | γαντζώνει | γαντζώνουμε | γαντζώνετε | γαντζώνουν / γαντζώνουνε |
| Παρατατικός | γάντζωνα | γάντζωνες | γάντζωνε | γαντζώναμε | γαντζώνατε | γάντζωναν / γαντζώναν / γαντζώνανε |
| Αόριστος | γάντζωσα | γάντζωσες | γάντζωσε | γαντζώσαμε | γαντζώσατε | γάντζωσαν / γαντζώσαν / γαντζώσανε |
| Μέλλοντας | θα γαντζώνω / θα γαντζώσω | θα γαντζώνεις / θα γαντζώσεις | θα γαντζώνει / θα γαντζώσει | θα γαντζώνουμε / θα γαντζώσουμε | θα γαντζώνετε / θα γαντζώσετε | θα γαντζώνουν / θα γαντζώνουνε / θα γαντζώσουν / θα γαντζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γαντζώσει | έχεις γαντζώσει | έχει γαντζώσει | έχουμε γαντζώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γαντζώσει | είχες γαντζώσει | είχε γαντζώσει | είχαμε γαντζώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γαντζώσει / να γαντζώνω / να γαντζώσω | να έχεις γαντζώσει / να γαντζώνεις / να γαντζώσεις | να έχει γαντζώσει / να γαντζώνει / να γαντζώσει | να έχουμε γαντζώσει / να γαντζώνουμε / να γαντζώσουμε | να γαντζώνετε / να γαντζώσετε | να γαντζώνουν / να γαντζώνουνε / να γαντζώσουν / να γαντζώσουνε |
| Προστακτική | — | γάντζωνε / γάντζωσε | — | — | γαντζώνετε / γαντζώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γαντζώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →