γανωτής
•
- επάγγελμαο τεχνίτης που γανώνει χάλκινα μαγειρικά σκεύη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γανωτής < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γανωτής < γανόω / γανῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γανωτής | γανωτές |
| Γενική | γανωτή | γανωτών |
| Αιτιατική | γανωτή | γανωτές |
| Κλητική | γανωτή | γανωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →