γαργαλητό
•
- η ενέργεια του γαργαλάω αλλά και το αίσθημα που βιώνει εκείνος που τον γαργαλούν (κνησμός, φαγούρα, αντανακλαστική ανάγκη να γελάσει, ερεθισμό ή ερωτική διέγερση) Βικιλεξικό
- το συνεχές γαργάλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαργαλητό < γαργαλώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαργαλητό | γαργαλητά |
| Γενική | γαργαλητού | γαργαλητών |
| Αιτιατική | γαργαλητό | γαργαλητά |
| Κλητική | γαργαλητό | γαργαλητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →