Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαργαλιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που γαργαλάει ή γαργαλιέται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαργαλιάρης < γαργάλημα + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαργαλιάρηςγαργαλιάρηδες
Γενικήγαργαλιάρηγαργαλιάρηδων
Αιτιατικήγαργαλιάρηγαργαλιάρηδες
Κλητικήγαργαλιάρηγαργαλιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →