γαριδομακαρονάδα
•
- φαγητάμακαρονάδα με γαρίδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαριδομακαρονάδα < γαρίδ(α) + -ο- + μακαρονάδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαριδομακαρονάδα | γαριδομακαρονάδες |
| Γενική | γαριδομακαρονάδας | γαριδομακαρονάδων |
| Αιτιατική | γαριδομακαρονάδα | γαριδομακαρονάδες |
| Κλητική | γαριδομακαρονάδα | γαριδομακαρονάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →