γαρλίνο
•
- ναυτικός όροςδίπλοκο ναυτικό σχοινί με το οποίο ανεβοκατεβαίνει η άγκυρα ή γίνεται ρυμούλκηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαρλίνο < γαλλική grelin
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαρλίνο | γαρλίνα |
| Γενική | γαρλίνου | γαρλίνων |
| Αιτιατική | γαρλίνο | γαρλίνα |
| Κλητική | γαρλίνο | γαρλίνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →