γαρνίρω
•
- προσθέτω κάτι σαν γαρνιτούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαρνίρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική garnir(e) + -ω < μεσαιωνική λατινική garniare : Ή κατ' άλλη άποψη (άμεσο δάνειο) γαλλική garnir (εφοδιάζω, εξοπλίζω) < φραγκική *wanjan που συνδέεται με λέξεις όπως η αγγλική warn (προειδοποιώ). Δείτε και τη μεσαιωνική ελληνική γαρνίζω
Άλλοι τύποι
γαρνίρισαγαρνίρομαιγαρνιρίστηκαγαρνιρισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →