γαστρεντερικός
•
- που αναφέρεται στην κοιλιά και τα έντερα, γενικότερα στο πεπτικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαστρεντερικός < γαστήρ (γενική γαστρ-ός) + έντερο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαστρεντερικός | γαστρεντερική | γαστρεντερικό |
| Γενική | γαστρεντερικού | γαστρεντερικής | γαστρεντερικού |
| Αιτιατική | γαστρεντερικό | γαστρεντερική | γαστρεντερικό |
| Κλητική | γαστρεντερικέ | γαστρεντερική | γαστρεντερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαστρεντερικοί | γαστρεντερικές | γαστρεντερικά |
| Γενική | γαστρεντερικών | γαστρεντερικών | γαστρεντερικών |
| Αιτιατική | γαστρεντερικούς | γαστρεντερικές | γαστρεντερικά |
| Κλητική | γαστρεντερικοί | γαστρεντερικές | γαστρεντερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →