Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαστρεντερολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τον γαστρεντερολόγο ή την γαστρεντερολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαστρεντερολογικός < γαστρεντερολόγος / γαστρεντερολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαστρεντερολογικόςγαστρεντερολογικήγαστρεντερολογικό
Γενικήγαστρεντερολογικούγαστρεντερολογικήςγαστρεντερολογικού
Αιτιατικήγαστρεντερολογικόγαστρεντερολογικήγαστρεντερολογικό
Κλητικήγαστρεντερολογικέγαστρεντερολογικήγαστρεντερολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαστρεντερολογικοίγαστρεντερολογικέςγαστρεντερολογικά
Γενικήγαστρεντερολογικώνγαστρεντερολογικώνγαστρεντερολογικών
Αιτιατικήγαστρεντερολογικούςγαστρεντερολογικέςγαστρεντερολογικά
Κλητικήγαστρεντερολογικοίγαστρεντερολογικέςγαστρεντερολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →