Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαστριμαργικός

/ɣa.stɾi.maɾ.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την γαστριμαργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαστριμαργικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γαστριμαργικός. Μορφολογικά αναλύεται σε γαστρίμαργ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαστριμαργικόςγαστριμαργικήγαστριμαργικό
Γενικήγαστριμαργικούγαστριμαργικήςγαστριμαργικού
Αιτιατικήγαστριμαργικόγαστριμαργικήγαστριμαργικό
Κλητικήγαστριμαργικέγαστριμαργικήγαστριμαργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαστριμαργικοίγαστριμαργικέςγαστριμαργικά
Γενικήγαστριμαργικώνγαστριμαργικώνγαστριμαργικών
Αιτιατικήγαστριμαργικούςγαστριμαργικέςγαστριμαργικά
Κλητικήγαστριμαργικοίγαστριμαργικέςγαστριμαργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →