Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαστρονομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γαστρονομία και την απόλαυση του καλού φαγητού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαστρονομικός < γαστρονομία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαστρονομικόςγαστρονομικήγαστρονομικό
Γενικήγαστρονομικούγαστρονομικήςγαστρονομικού
Αιτιατικήγαστρονομικόγαστρονομικήγαστρονομικό
Κλητικήγαστρονομικέγαστρονομικήγαστρονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαστρονομικοίγαστρονομικέςγαστρονομικά
Γενικήγαστρονομικώνγαστρονομικώνγαστρονομικών
Αιτιατικήγαστρονομικούςγαστρονομικέςγαστρονομικά
Κλητικήγαστρονομικοίγαστρονομικέςγαστρονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →