γαστρονομικός
•
- σχετικός με τη γαστρονομία και την απόλαυση του καλού φαγητού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαστρονομικός < γαστρονομία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαστρονομικός | γαστρονομική | γαστρονομικό |
| Γενική | γαστρονομικού | γαστρονομικής | γαστρονομικού |
| Αιτιατική | γαστρονομικό | γαστρονομική | γαστρονομικό |
| Κλητική | γαστρονομικέ | γαστρονομική | γαστρονομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γαστρονομικοί | γαστρονομικές | γαστρονομικά |
| Γενική | γαστρονομικών | γαστρονομικών | γαστρονομικών |
| Αιτιατική | γαστρονομικούς | γαστρονομικές | γαστρονομικά |
| Κλητική | γαστρονομικοί | γαστρονομικές | γαστρονομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →