γατοκέφαλο
•
- προφορικόκυριολεκτικά: το κεφάλι της γάτας Βικιλεξικό
- αργκόκάτι που είναι μεγάλο και, ιδίως, η μεγάλη μπουκιά Βικιλεξικό
- […] είναι σαν τον κοιλαρά που σαβουριάζει λαίμαργα και θέλει να καταπιεί και το γατοκέφαλο αμάσητο […].
- ανεπίσημοταχυσύνδεσμος, εξάρτημα για σύνδεση σωλήνων, λάστιχων νερού κ.λπ., είτε μεταξύ τους, είτε με βρύση, συσκευή ή άλλο εξάρτημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γατοκέφαλο < γατο- + κεφάλ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γατοκέφαλο | γατοκέφαλα |
| Γενική | γατοκέφαλου | γατοκέφαλων |
| Αιτιατική | γατοκέφαλο | γατοκέφαλα |
| Κλητική | γατοκέφαλο | γατοκέφαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →