γατσιάζω
•
- αμετάβατοανατριχιάζω Βικιλεξικό
- μεταβατικόανασηκώνω τις τρίχες υφάσματος με κίνηση του χεριού μου στην επιφάνειά του (ιδίως βελούδου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γατσιάζω < κατσιάζω με [k] > [ɣ] > κατσί + -άζω < μεσαιωνική ελληνική κατσίν
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γατσιάζω | γατσιάζεις | γατσιάζει | γατσιάζουμε | γατσιάζετε | γατσιάζουν / γατσιάζουνε |
| Παρατατικός | γάτσιαζα | γάτσιαζες | γάτσιαζε | γατσιάζαμε | γατσιάζατε | γάτσιαζαν / γατσιάζαν / γατσιάζανε |
| Αόριστος | γάτσιασα | γάτσιασες | γάτσιασε | γατσιάσαμε | γατσιάσατε | γάτσιασαν / γατσιάσαν / γατσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα γατσιάζω / θα γατσιάσω | θα γατσιάζεις / θα γατσιάσεις | θα γατσιάζει / θα γατσιάσει | θα γατσιάζουμε / θα γατσιάσουμε | θα γατσιάζετε / θα γατσιάσετε | θα γατσιάζουν / θα γατσιάζουνε / θα γατσιάσουν / θα γατσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γατσιάσει | έχεις γατσιάσει | έχει γατσιάσει | έχουμε γατσιάσει | έχετε γατσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γατσιάσει | είχες γατσιάσει | είχε γατσιάσει | είχαμε γατσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γατσιάσει / να γατσιάζω / να γατσιάσω | να έχεις γατσιάσει / να γατσιάζεις / να γατσιάσεις | να έχει γατσιάσει / να γατσιάζει / να γατσιάσει | να έχουμε γατσιάσει / να γατσιάζουμε / να γατσιάσουμε | να έχετε γατσιάσει / να γατσιάζετε / να γατσιάσετε | να γατσιάζουν / να γατσιάζουνε / να γατσιάσουν / να γατσιάσουνε |
| Προστακτική | — | γάτσιαζε / γάτσιασε | — | — | γατσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γατσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →