γαϊδουράγκαθο
•
- φυτόκοινή ονομασία του φυτού του είδους Onopordum acanthium Βικιλεξικό
- μια τεράστια σε έκταση πεδιάδα, για την οποία ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, οδοιπορώντας την το 1934, θα γράψει: «...απόλυτα άγονη και έρημη, και με το δικό της δυσοίωνο τρόπο πολύ όμορφη. Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρες, σαν γιγάντια χνούδια». (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
- φυτόκοινή ονομασία του φυτού του είδους Silybum marianum Βικιλεξικό
- αγκάθια και γαϊδουράγκαθα για το φύλο Cardueae Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊδουράγκαθο < γαϊδουρ- + αγκάθ(ι) + -ο (το φυτό καταναλώνεται από τους γαϊδάρους)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαϊδουράγκαθο | γαϊδουράγκαθα |
| Γενική | γαϊδουράγκαθου | γαϊδουράγκαθων |
| Αιτιατική | γαϊδουράγκαθο | γαϊδουράγκαθα |
| Κλητική | γαϊδουράγκαθο | γαϊδουράγκαθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →