γαϊδουραγγουριά
•
- λαϊκότροποη πικραγγουριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊδουραγγουριά < γαϊδούρι + αγγουριά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαϊδουραγγουριά | γαϊδουραγγουριές |
| Γενική | γαϊδουραγγουριάς | γαϊδουραγγουριών |
| Αιτιατική | γαϊδουραγγουριά | γαϊδουραγγουριές |
| Κλητική | γαϊδουραγγουριά | γαϊδουραγγουριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →