Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαϊδουριάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που έχει γαϊδούρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαϊδουριάρης < γαϊδούρι + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαϊδουριάρηςγαϊδουριάρηδες
Γενικήγαϊδουριάρηγαϊδουριάρηδων
Αιτιατικήγαϊδουριάρηγαϊδουριάρηδες
Κλητικήγαϊδουριάρηγαϊδουριάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →