γαϊδουροδένω
•
- παρωχημένοδένω έναν γάιδαρο, ώστε να μείνει στη θέση του Βικιλεξικό
- παρωχημένοδένω κάτι γερά και με ασφάλεια Βικιλεξικό
- παρωχημένοφροντίζω προνοητικά να εξασφαλίσω το συμφέρον ή την υπόθεσή μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊδουροδένω < γάιδαρος + -ο- + δένω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →