γαϊδουρομούλαρο
•
- θηλαστικό ζώομουλάρι γεννημένο από γαϊδούρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξαιρετικά αγενές ή αχάριστο πρόσωπο Βικιλεξικό
- πληθυντικόςγαϊδουρομούλαρα: γαϊδούρια και μουλάρια μαζί ως μια ομάδα, ένα σύνολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊδουρομούλαρο < γαϊδουρο- + μουλάρι + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαϊδουρομούλαρο | γαϊδουρομούλαρα |
| Γενική | γαϊδουρομούλαρου | γαϊδουρομούλαρων |
| Αιτιατική | γαϊδουρομούλαρο | γαϊδουρομούλαρα |
| Κλητική | γαϊδουρομούλαρο | γαϊδουρομούλαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →