γδυμένος
•
- ξεντυμένος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγυμνός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γδυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου γδύνω
Άλλοι τύποι
γδυμέναγδυμένεγδυμένεςγδυμένηγδυμένηςγδυμένογδυμένοιγδυμένοςγδυμένουγδυμένουςγδυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →