Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γδυτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς ρούχα, γυμνός Βικιλεξικό
    • Ἀπ’ ὅλα τὰ παιδιὰ ὁ Πάνος χαίρεται περισσότερο τὸ νερό. Αὐτὸς κάθεται στὴ βρύση ἀπὸ κάτω μὲ τὸ κορμὶ γδυτὸ καὶ λούζεται. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
    • Εκεί μας έγδυσαν τελείως για να μας ψάξουνε. Όπως ήμασταν γδυτοί, μας ψάχνανε τα ρούχα. (Λάμπρος Τόκας, Τα παιδιά του Φλεβάρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

γδυτός < γδύνω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγδυτόςγδυτήγδυτό
Γενικήγδυτούγδυτήςγδυτού
Αιτιατικήγδυτόγδυτήγδυτό
Κλητικήγδυτέγδυτήγδυτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγδυτοίγδυτέςγδυτά
Γενικήγδυτώνγδυτώνγδυτών
Αιτιατικήγδυτούςγδυτέςγδυτά
Κλητικήγδυτοίγδυτέςγδυτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →