γείσο
•
- το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους Βικιλεξικό
- στο γείσο φτιάχνουν φωλιά τα χελιδόνια
- Δίπλα, συνεχίζονται οι εργασίες αναστήλωσης του Παρθενώνα. Προς στιγμήν ξεχνιέμαι. Με συνεπαίρνει η υψηλή ποιότητα της αναστήλωσης, διακρίνω τα νέα κομμάτια του λευκού μαρμάρου που συμπληρώνουν τόσο περίτεχνα τα σπόλια που χάθηκαν και τώρα ξαναβρίσκουν τη θέση τους πάνω στους κίονες, στα επιστήλια, στα γείσα. (www.efsyn.gr, 12.04.2021)
- το μέρος του καπέλου που εξέχει πάνω από το πρόσωπο Βικιλεξικό
- Στο βάθος της σάλας, το μεγαλόσωμο αφεντικό συζητούσε έντονα με μια κυρία. Ήταν υπερβολικά αμπιγιέ για πρωινή ώρα και φορούσε λευκό καπέλο με φαρδύ γείσο. (Παναγιώτης Α. Αγαπητός, Ανταίος Χρυσοστομίδης, Ελληνικά εγκλήματα 2, εκδ. Καστανιώτη, 2008, σελ. 267)
Ετυμολογία
γείσο < αρχαία ελληνική γεῖσον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γείσο | γείσα |
| Γενική | γείσου | γείσων |
| Αιτιατική | γείσο | γείσα |
| Κλητική | γείσο | γείσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →