Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεγές

/ʝeˈʝes/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόάλλη γραφή του γιεγιές Βικιλεξικό
    • Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενιά του Xάους μέχρι το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου: 1945-1990, εκδ. Άγκυρα, 2008, σελ. 185)
    • Τότε τους λέγαμε «γεγέδες» –στη Γαλλία όμως «φοριόταν» το «Yé-yé» (εκ του «yeah yeah» που ακουγόταν πολύ συχνά στους Beatles), και ένας εκ των σημαντικοτέρων εκπροσώπων του ιδιώματος ήταν και ο Ρισάρ Αντονί, περισσότερο γνωστός σήμερα για το σουξέ «J’entends siffler la train», δηλαδή τη γαλλική διασκευή του «A hundred miles». (Εφυγε ο γάλλος «γεγές» Ρισάρ Αντονί Τα Νέα, 20/4/2025 https://www.tanea.gr/2015/04/20/lifearts/efyge-o-gallos-geges-risar-antoni/amp/)

Ετυμολογία

γεγές < (λόγιο δάνειο) γαλλική yéyé (είδος μουσικής της δεκαετίας 1960) + -ς < από το αγγλικό yeah-yeah αγγλικών τραγουδιών της εποχής Σημείωση Βικιλεξικού: Ενδεικτικά από τους στίχους του τραγουδιού των Beatles, "She loves you" του 1963: «She loves you, yeah, yeah, yeah»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεγέςγεγέδες
Γενικήγεγέγεγέδων
Αιτιατικήγεγέγεγέδες
Κλητικήγεγέγεγέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →