γεγονός
•
- κάτι που έχει γίνει, που έχει πράγματι συμβεί στο παρελθόν Βικιλεξικό
- ιστορικό γεγονός
- Τὰ φαιλόνια τῶν ἱεραρχῶν εἶναι ὅλα μονόχρωμα. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι πολυσταύρια ἀποτελεῖ μιὰ ἀπλὴ ἔνδειξη γιὰ τὴν παλαιότητα τῆς εἰκονογραφικῆς παραδόσεως. Ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ τὸ πολυσταύριο φαιλόνιο ἔχει ἤδη ἐμφανισθεῖ ἀπὸ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 11ου αἰώνα, ἀλλὰ καὶ τὸ παλαιὸ μονόχρωμο ἀκόσμητο φαιλόνιο δὲν ἐκλείπει τελείως.
Ετυμολογία
γεγονός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γεγονός < ουδέτερο της ενεργητικής μετοχής γεγονώς, του παρακειμένου "γέγονα", του γίγνομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεγονός | γεγονότα |
| Γενική | γεγονότος | γεγονότων |
| Αιτιατική | γεγονός | γεγονότα |
| Κλητική | γεγονός | γεγονότα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →