γεια
•
- οικείος χαιρετισμός όταν κάποιος έρχεται ή φεύγει Βικιλεξικό
- πέρασε πια η ώρα· γεια σας!
- ως πρόποση Βικιλεξικό
- άντε γεια μας
- ως επιδοκιμασία, μπράβο, συγχαρητήρια Βικιλεξικό
- γεια στα χέρια σου!
Ετυμολογία
γεια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γειά, γειά σου < ελληνιστική κοινή ὑγεία με συνίζηση < αρχαία ελληνική ὑγιεία < ὑγιής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →