Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γειρτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παρουσιάζει κάποια κλίση, που εμφανίζεται στο πλάι Βικιλεξικό
  2. για άνθρωποπου γέρνει, που δεν μπορεί να σταθεί όρθιος Βικιλεξικό
  3. για πόρτες και παράθυραμισόκλειστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γειρτός < γέρνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγειρτόςγειρτήγειρτό
Γενικήγειρτούγειρτήςγειρτού
Αιτιατικήγειρτόγειρτήγειρτό
Κλητικήγειρτέγειρτήγειρτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγειρτοίγειρτέςγειρτά
Γενικήγειρτώνγειρτώνγειρτών
Αιτιατικήγειρτούςγειρτέςγειρτά
Κλητικήγειρτοίγειρτέςγειρτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →