γειρτός
•
- που παρουσιάζει κάποια κλίση, που εμφανίζεται στο πλάι Βικιλεξικό
- για άνθρωποπου γέρνει, που δεν μπορεί να σταθεί όρθιος Βικιλεξικό
- για πόρτες και παράθυραμισόκλειστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γειρτός < γέρνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γειρτός | γειρτή | γειρτό |
| Γενική | γειρτού | γειρτής | γειρτού |
| Αιτιατική | γειρτό | γειρτή | γειρτό |
| Κλητική | γειρτέ | γειρτή | γειρτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γειρτοί | γειρτές | γειρτά |
| Γενική | γειρτών | γειρτών | γειρτών |
| Αιτιατική | γειρτούς | γειρτές | γειρτά |
| Κλητική | γειρτοί | γειρτές | γειρτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →