γειτνίαση
•
- το να είναι κανείς γείτονας με κάποιον Βικιλεξικό
- το να συνορεύει κανείς με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γειτνίαση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γειτνίαση | γειτνιάσεις |
| Γενική | γειτνίασης | γειτνιάσεων |
| Αιτιατική | γειτνίαση | γειτνιάσεις |
| Κλητική | γειτνίαση | γειτνιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →