Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γειτνίαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κανείς γείτονας με κάποιον Βικιλεξικό
  2. το να συνορεύει κανείς με κάποιον άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γειτνίαση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγειτνίασηγειτνιάσεις
Γενικήγειτνίασηςγειτνιάσεων
Αιτιατικήγειτνίασηγειτνιάσεις
Κλητικήγειτνίασηγειτνιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →