γειτονικός
•
- που βρίσκεται κοντά σε κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
- το γειτονικό σπίτι, το γειτονικό χωριό
- Εάν τα γειτονικά οικόπεδα είναι αδόμητα, το κτίριο επιτρέπεται να εφάπτεται των κοινών ορίων (Νόμος 2125/1993, ΦΕΚ A 88/1993)
- που έχει κοινά χερσαία ή θαλάσσια σύνορα Βικιλεξικό
- ο γειτονικός δήμος, η γειτονική χώρα
Ετυμολογία
γειτονικός < γείτον(ας) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γειτονικός | γειτονική | γειτονικό |
| Γενική | γειτονικού | γειτονικής | γειτονικού |
| Αιτιατική | γειτονικό | γειτονική | γειτονικό |
| Κλητική | γειτονικέ | γειτονική | γειτονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γειτονικοί | γειτονικές | γειτονικά |
| Γενική | γειτονικών | γειτονικών | γειτονικών |
| Αιτιατική | γειτονικούς | γειτονικές | γειτονικά |
| Κλητική | γειτονικοί | γειτονικές | γειτονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →