γειωμένος
•
- που πλέον βρίσκεται στη γη Βικιλεξικό
- κύκλωμα ή συσκευή που έχει γειωθεί ηλεκτρικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάμετρημένος και λογικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που κάτι "του έκοψε την φόρα"/"του έκοψε τα φτερά"/τον ξενέρωσε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
γειωμέναγειωμένεγειωμένεςγειωμένηγειωμένηςγειωμένογειωμένοιγειωμένοςγειωμένουγειωμένουςγειωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →